1 Αυγ 2008

Τίποτα ποιο κάτω…

- Καλημέρα, είπε ο πρώτος μηχανικός, το υποβρύχιο είναι έτοιμο να βυθιστεί, θα βάλουμε στα στεγανά τα πυρηνικά κι έτσι θα χάσουμε μερικές ώρες από τις ελάχιστες που μας έμειναν, αλλά δεν θα υπάρξει κίνδυνος για την ανθρωπότητά μας!

- Ποια ανθρωπότητά ΜΑΣ ρε! φώναξε ο καπετάνιος, εγώ και η ανθρωπότητά ΜΟΥ θέλουμε να ζήσουμε αυτές τις ελάχιστες ώρες παραπάνω!

Ελλάδα, καλοκαίρι 2008... έχω την εντύπωση ότι αυτός δεν είναι ο πάτος, και μην αρχίσετε πάλι με τα μισοάδεια και μισογεμάτα ποτήρια, συγκοινωνούντα δοχεία κτλ... Έτσι είναι γιατί έτσι τα βλέπω, σκοτεινά για εμάς εδώ. Μαυρίλα κι αραχνιά για τα παιδιά που έρχονται... Πόσο χαίρομαι για την ανικανότητα τεκνοποίησης που με διακρίνει. Ή λες να φταίει το άγχος και για αυτό! Κάθε φορά που μια αρρώστια μου χτυπά την πόρτα, η εκκλησία λέει ότι είναι του Θεού και η Ιατρική ότι αγχώνομαι πολύ. Πρέπει να προσεύχομαι και να ξεκουράζομαι. Να πηγαίνω στην εκκλησία και να κάνω συχνά προληπτικές εξετάσεις. Ποιος εγώ, που βλέπω βελόνα και λιποθυμάω και λεπτό δεν μπορώ να σταθώ όρθιος ανάμεσα από κεριά και ψάλτες.

Παραδίπλα οι αξιωματούχοι συνεχίζουν να γεμίζουν τις τσέπες τους. Μου θυμίζουν τα πρώτα χρόνια μου με υψηλές ταχύτητες στο διαδίκτυο, νυχθημερόν κατέβαζα λογής-λογής αρχεία, γέμιζα δίσκους, δισκάκια, φλασάκια, έστελνα μηνύματα, έγραφα σχόλια σε άλλων τις αναρτήσεις, έβαζα υπότιτλους, συμπίεζα και αποσυμπίεζα ποιο συχνά από ότι ανέπνεα. Που θα τα βάλουν όλα αυτά... Άτεκνοι Ιερείς να μαζεύουν περιουσίες για τα 'γεράματα', πολιτικά γεράκια να στρώνουν τα στρώματα για παιδιά κι εγγόνια, κι ας φτάνουν αυτά που 'κέρδισαν' να φάνε κι οι κότες των τρισέγγονών τους.

Κι εγώ είμαι εδώ να ψηφίζω τα ίδια χρώματα, αυτούς που επανιδρύονται μέσα από τα ίδια πολιτικά 'τζάκια'. Όσο κι αν νομίζω ότι βαρέθηκα, είμαι εδώ. Ποτέ δεν θα φύγω εκείνο το ταξίδι που διάβαζα... Που ονειρεύτηκα με τα μάτια μισάνοιχτα καπνίζοντας έξω στο μπαλκόνι για να μην βρωμίσω τις καινούργιες κουρτίνες της συμβίας μου. Να πάω που, αφού τα βλέπω στις οθόνες και στα ιλουστρασιόν χαρτιά τους. Δεν αισθάνομαι ασφαλέστερος μετά τη σύλληψη του Ράντοβαν Κάρατζιτς, δεν αισθάνομαι υγιέστερος μετά την κυκλοφορία τριών υβριδικών αμαξιών στην υπερ-μολυσμένη πρωτεύουσα, δεν μου φτάνει το καλοκαιρινό δώρο να καλύψω τα έξοδα των περασμένων ανοιξιάτικων διακοπών, δεν μου είμαι αρκετός... Κι εσείς δεν είστε... Κι ας ξοδεύετε αυτά που δεν έχετε! Αυτοί που σας έδωσαν όνειρα, λεφτά, αυτοκίνητο, φορητή ζωή, θα σας τα ζητήσουν με τον χειρότερο εισπρακτικό τρόπο πίσω.

Να είστε έτοιμοι!

« … ήτανε μια φορά και πάντα »

¨Στο καφενείον η Ελλάς, ο σαλτιμπάγκος πουλάει τα νούμερα φτηνά, δραχμή τα ακροβατικά, οι αλυσίδες δωρεάν, το πήδημα θανάτου δυο δραχμές, το πήδημα θανάτου δυο δραχμές χωρίς σχοινιά! Περάστε κόσμε! Περάστε κόσμε!!!¨ - [σ.σ. : όπου «Η ΕΛΛΑΣ» βάλτε τη χώρα της επιλογής σας.]

(Από το τραγούδι: «1950 (Καφενείον: Η ΕΛΛΑΣ)» Στίχοι: Κ. Χ. Μύρης, Μουσική: Γ. Μαρκόπουλος, Ερμηνεία: Νίκος Ξυλούρης, Έτος: 1972, Δίσκος: «Διάλειμμα», Δισκογραφική Εταιρεία: Columbia.)

Ήτανε μία φορά κι έναν καιρό δύο αγαπημένοι άνθρωποι της αντίθετης φυλής, δίχως έλξη μεταξύ τους, αλλά και χωρίς καμία κακία και αντιδικία, χωρίς λόγους κι αιτίες. Ζούσανε αντικριστά, κάθε πρωί που ο Μανόλιας σηκώνονταν αντίκριζε τον γείτονά του τον Εφρέμ, ποτέ δεν τον χαιρέτησε, ποτέ δεν τον έβρισε. Εκείνος στέκονταν αγέρωχος κι όλο έχτιζε καινούργια κοτέτσια και μαντριά και ύψωνε τους τοίχους όλο και πιο ψηλά για να κόβει τον αγέρα από τον διπλανό, που όμως τόσο συμπαθούσε αλλά και ζήλευε. Ο άλλος προσπαθούσε να μεγαλώσει το ρέμα της μεριάς για να φέρνει το νερό από το ξέχειλο ποτάμι στα δικά του σπαρτά όλο το χρόνο, κι έτσι λιγόστευε το πότισμα του γείτονα τον οποίο τόσο αγαπούσε αλλά και φοβόταν.

Μεγάλωσαν μαζί, κουβέντα δεν αντάλλαξαν, μπροστά σε άλλους ματιά δεν σταύρωσαν, παιδιά δεν είχε ο ένας, γυναίκα δεν είχε ο άλλος. Το χωριό όλο έπαιρνε κι ερήμωνε, έφευγαν για άλλα μέρη με άλλους τρόπους και για διάφορους λόγους, κι έτσι ο ένας κι ο άλλος ξεμάκραιναν κι ας ήταν γείτονες. Έμειναν δύο σπίτια να κατοικούνται και να τα χωρίζει ένα ποτάμι κι ένα βουνό, κι ας ήταν δίπλα στη θάλασσα, κι ας ήταν μόνοι στη συντροφιά τους και μαζί στη μοναξιά τους…

Όταν ο Μανόλιας ένα πρωινό συνειδητοποίησε ότι ο χρόνος του γέρασε το σώμα και οι σκέψεις του έφαγαν τις θυμίσεις του αποφάσισε να πάει και να χτίσει μία γέφυρα στο κανάλι του βουνίσιου νερού που έφτιαξε με τα χρόνια. Θέλησε να βάλει τα δυνατά του και να κάνει με τα καλύτερα του ξύλα μία κατασκευή και να πάει να γνωρίσει την αντίκρυ μεριά, λίγα μέτρα παρά πέρα. Όπλα του το τσεκούρι και τα σχοινιά, να πληγώσει τα δέντρα του κήπου του, να τους δώσει νόημα στη ζωή τους, να πατήσει πάνω τους και να ανοίξει το στόμα του μία φορά για να πει κουβέντα γλυκιά, καλωσόρισμα και καλό κατευόδιο μαζί.

Ο Εφρέμ εκείνη την εποχή ήταν στο κρεβάτι, ανήμπορος να κουνήσει τα πόδια του, τα γόνατά του τρίφτηκαν από τα χρόνια αλλά κι από όλο το χώμα και τη λάσπη και τις πέτρες που κουβαλούσε για να υψωθεί από τον γείτονά του. Φίλοι του ήταν τα πιρούνια και τα μαχαίρια, τα πιάτα και τα ποτήρια, όλα σε στοίβες τριγύρω του, ούτε βιβλία, ούτε ραδιόφωνο, χαρτί και μολύβι ο νους του, τα αυτιά και τα μάτια άχρηστα κι απαίδευτα. Σκεφτόταν καιρό τώρα με τα νύχια του να σκάψει τα υψώματα που τόσο κόπιασε να ορθώσει, να δει άνθρωπο, να σταθεί μια στιγμή να ακούσει φωνή και μετά ας μη γίνει τίποτα.

Η θάλασσα κοιτούσε τον ουρανό και του χαμογελούσε, μεγάλες δυνάμεις τις περιοχής, κάθε φθινόπωρο ακόνιζαν τα νύχια τους για τον χειμώνα, μάχες και πόλεμοι μεταξύ τους, και σαν ερχόταν η άνοιξη, κουβεντολόι και φιλιώματα για το ξένοιαστο καλοκαίρι που ζύγωνε. Ο ουρανός ήταν πραματευτής, έδινε τα σύννεφά του στον Μανόλια για να γεμίσει τα κανάλια του κι έπαιρνε πίσω θυμό και σιωπή. Απέναντι του ο Εφρέμ αγόραζε την απουσία αέρα και την παρουσία του ήλιου, να στεγνώσει η λάσπη να ψηλώσει ο τοίχος, κι έστελνε τα μουγκά του νεύρα ψηλά. Απέραντος ο ουρανός δεν τον ενοχλούσαν οι ανταλλαγές αυτές, τις έβαζε εκεί στην στρογγυλάδα της γης, εκεί που ακουμπούσε τη θάλασσα, έτσι για να τη νευριάσει με τα ανταλλάγματα που συνέχεια εισέπραττε. Εκείνη από τη μεριά της, καταγάλανη και ήρεμη ή μαύρη και φουρτουνιασμένη είχε μάτια μόνο για ψηλά. Όσο έπαιρνε να γυρνά η γη τόσο προσευχόταν να ξεφύγει από τον άξονα της και να αγγίξει πραγματικά τον ουρανό, για μία στιγμή, για ένα χάδι και μετά όχι άλλο, ποτέ ξανά.

Ο Μανόλιας είναι η Ελλάδα που υπήρχε από πάντα και μόνη της προσπαθεί να συνεχίσει να υπάρχει γιατί κανείς δεν της ήτανε άξιος και όλοι της φταίγανε. Αλλά συνειδητοποιώντας τη μοναξιά της, έδωσε τα καλύτερα παιδιά της για να μην πνιγεί από τα βουνά και τους εχθρούς, παλιούς πραγματικούς και νέους εικονικούς, και έτσι να δει ίσια μπροστά της με ποιους ανήμπορους ισχυρούς είχε να κάνει από πάντοτε. Ο Εφρέμ είναι η Τουρκία, πάντα κοντά και για πάντα τόσο μακριά, η μεγάλη γεωγραφικά χώρα που αδυνατεί να συγχρονιστεί, να συμβιβαστεί, να συζήσει μακριά από έναν γάμο με απόλυτα προσδιορισμένη ημερομηνία καταστροφής. Απαιτεί έλεγχο των νοματαίων και ματώνει τις ανήμπορες σάρκες της και τυφλώνει τα κλειστά μάτια της. Ουρανός είναι οι άλλοι, όλοι οι άλλοι, αυτοί με το κέρδος, τα πετρέλαια, τα βασανιστήρια, τα εθνικά δάνεια, τον χαλκό και τον χρυσό, το κέρδος και το κέρδος, οι πραματευτές και αφεντάδες. Θάλασσα δεν υπάρχει!

¨Στο καφενείον η Ελλάς, ο σαλτιμπάγκος πουλάει τα νούμερα φτηνά, δραχμή τα ακροβατικά, οι αλυσίδες δωρεάν, το πήδημα θανάτου δυο δραχμές, χωρίς σχοινιά! Περάστε κόσμε! Στο καφενείον η Ελλάς, οι θεατρίνοι, ασετιλίνη και κερί, την Γκόλφω παίζουν στα παιδιά με φουστανέλες δανεικές και δάκρυ πληρωμένο δυο αβγά και τρεις δραχμές. Περάστε κόσμε! Περάστε κόσμε!!!¨

ΦΑΝΤΑΣΟΥ ΕΝΑΝ ΚΟΣΜΟ ΧΩΡΙΣ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ…

smashyourtv.gifΜια εθνική αντίσταση στα ΜΜΕ, στις ψεύτικες και υπερφίαλες ανησυχίες των δημοσιογράφων για το κοινό καλό, την Ελλάδα μας, την υγεία μας, το ασφαλιστικό μας. Να βγει η ξανθιά στην τηλεόραση και να μην έχει κάποιον απέναντι να δείξει τη σιλικόνη της, το οξυζενέ της τους φρονιμίτες της από το άκρως αυθόρμητο γέλιο της ως αντίδραση στο ‘γλείψιμο’ των συνεργατών της. Να’ναι ο διαιτολόγος χωρίς τη χοντρή που θα γράφει τις αμέτρητες δίαιτες τρώγοντας τις αμέτρητες τουλούμπες. Να’ναι η μαγείρισσα χωρίς μαθήτρια στο μάθημα πώς να βράσεις το μακαρόνι με τον αστακό για την πολυπόθητη αστακομακαρονάδα.

Να’ναι το κουτσομπολιό χωρίς αντίκρισμα, χωρίς κάποιος να παρακολουθεί τους άντρες της τηλεόρασης με άκρως δημοσιογραφικό ενδιαφέρον τα μετ’όπισθεν της Τζούλιας, τον άντρα Πασχάλη που σ’ ακουμπάει και μένεις έγκυος σε πεντάδυμα και το μέγιστο αοιδό που ξέχασε να ρωτήσει την πρώην γυναίκα του ‘τίνος είναι βρε γυναίκα το παιδί’ πριν 20 χρόνια.

Κάθισε μόνο να μετρήσεις πόσοι άνθρωποι έχουν εξαργυρώσει την αμορφωσιά και την ακατάσχετη αερολογία τους σε εκατομμύρια ευρώ, επειδή εσύ που ακόμη ψάχνεις για δουλειά με 2 πτυχία και 1 μεταπτυχιακό κάθεσαι και τους βλέπεις και ανεβάζεις το επόμενο συμβόλαιο τους σε ποσοστό που καμία σχέση δεν έχει με το ποσοστό αυξήσεων της τελευταίας συλλογικής σύμβασης εργασίας.

Να φτάνεις στο σημείο να καταριέσαι τη μοίρα σου που δεν πήρες μέρος σε talent showγιατί δεν είχες ποτέ talent αλλά διάβαζες μια ζωή για να μπορείς παρέα με τα πτυχία σου και τα εύσημα 2 φίλων και 3 συγγενών να βλέπεις την αγαπημένη σου τηλεόραση τελειώνοντας σε μια εβδομάδα τις μπαταρίες του τηλεκοντρόλ.

Να’χεις την αγωνία της Μαρίας να ομορφύνει, του πατέρα που παράτησε πριν χρόνια μια γυναίκα και 5 παιδιά για μια γκόμενα και τώρα μετά από 45 χρόνια παίρνει το ‘πακέτο’ από τα παιδιά του που κάτι είχε ψιλιαστεί όταν τα γένναγε η γυναίκα του και ήταν ολόιδια μ’αυτόν ότι μπορεί να’ναι και δικά του γιατί άλλωστε 5 χρόνια έμεινε με τη γυναίκα του και 5 φορές κοιμήθηκαν μαζί. Τι να κάνεις όμως που η μοίρα τα’φερε το καταραμένο DNA ν’αναλυθεί τελευταίως κι αυτός διατηρούσε τις επιφυλάξεις του. Τώρα όμως όλοι κλαίνε (αυθορμήτως) αγκαλιασμένοι στο πλατό της Βίκυς.

Που τι θα’τανε ο Λάκης χωρίς τα 70άρια που του δίνεις? Πώς θα’φτανε ο Τσίπρας στο 17% το ΣΥΡΙΖΑ και τη δημοφιλία του στην κορυφή? Γιατί έφτιαξες με τα χέρια σου ή μάλλον με το τηλεκοντρόλ σου το φαινόμενο Λάκη γιατί απλώς λέει τα πράγματα με τον τρόπο που άνετα έχεις και εσύ να τα πεις στο αφεντικό σου, στο φίλο σου, στον εχθρό σου, στο γείτονα σου κι επιτέλους να τα βρείτε που τόσα χρόνια όλοι απέναντι από μια τηλεόραση…

Μήπως στο 2ωρο του γήινου, αριστερού, λαϊκού Λάκη δεν μεταδίδονται χρυσοπληρωμένες διαφημίσεις υπέρτατων πολυεθνικών? Με 3 φορές τη λέξη Λάρισα και 2 εμπρός στο δρόμο που χάραξε ο Λάκης ακολουθείς σε μία άκρως ισορροπημένη, προκαθορισμένη, minimal αντίδραση. Ε, αυτή δεν είναι αντίδραση!

Αντίδραση είναι να τους γυρίσεις την πλάτη να πετάξεις το χαζοκούτι και όχι να το πουλήσεις για να φύγει απλά το κακό από πάνω σου. Αντίδραση είναι να παίξεις με το παιδί σου, να του μιλήσεις.. Να μιλήσεις με τη γυναίκα σου, να γελάσετε, να μαλώσετε, να επικοινωνήσετε. Να ενδιαφερθείτε για εσάς, τα παιδιά σας , την κοινωνία, το περιβάλλον.

Πάτα επιτέλους το κουμπί…

Νεφέλη

ΤΗΛΕΟΠΤΙΚΗ ΑΡΧΕΙΟΘΕΤΗΣΗ

Παρακάλια πολιτικών, δημοσιογραφικά άλματα, ξεφτιλισμένα τριφύλλια, άδειασμα αντρικών τιμών, γλυκοί νεαροί πολιτικοί των 70%, καμουφλαρισμένα γερασμένα νιάτα κάτω από τζιν και παρδαλά πουκάμισα, ανέντιμες παρακολουθήσεις, γερμανικές μίζες, αυτόνομες ανεξαρτητοποιήσεις, αριστερόστροφες ή δεξιόστροφες γαλανόλευκες σβάστικες, σύμβολα ενός ανέκφραστου τηλε-βομβαρδιζόμενου έθνους... Σημεία των ημερών μας.

Ξεφυλλίζω τις εφημερίδες του προηγούμενου μήνα, πόσο θα ήθελα να ξεσκόνιζα και την μνήμη μου για να τα θυμηθώ. Όμως όχι, είναι όλα εδώ, εθνικές ήττες, κάποιες παγκόσμιες να επαναλαμβάνονται μέρα με τη μέρα, χρόνο με τον χρόνο. Κι αν ο δικός μας χρόνος τελειώσει, θα έρθουν οι άλλοι, με τις υποχρεώσεις τις οικονομικές, τις οικογενειακές, τις πολιτικές, σε τούτο εδώ τον τόπο τον λειψό κανείς δεν έχει υποχρεώσεις ιστορικές ή έστω εθνικές.

Οι μέρες μας χάνονται κάτω από το πέπλο του αποχαυνωτισμού, αλήθεια, ακόμα κι εάν συναινούσαν τα κόμματα εξουσίας ποιος θα εμφανιζόταν μπροστά στις κάλπες σε ένα 'ονειρικό' δημοψήφισμα για την ονομασία του διπλανού κρατιδίου; Μόνο όσοι νομίσουν ότι θα τιμωρηθούν εάν δεν το κάνουν! Και μην ακούσω για το ποιοι αγαπάνε και ποιοι ξεπουλάνε αυτή τη χώρα. Σήμερα είναι αυτοί, εχθές ήταν εκείνοι, αύριο θα είναι άλλοι των ίδιων οικογενειακών πολιτικών δυναστειών. Κι αυτό που νομίζουμε ότι αλλάζει δεν υπάρχει.

Από το 1897 έχουν επέλθει εκατοντάδες εθνικές αποτυχίες, καμία τους δεν καταγράφηκε στα βιβλία της ιστορίας. Έτσι κι αλλιώς σύμφωνα με την παγκόσμια ή μάλλον παναμερικανική θεώρηση των πραγμάτων η αρχαιολογία δεν πρέπει να μας απασχολεί. Ένα όνομα είναι βρε αδερφέ, μία χώρα παραπάνω σε μία συμμαχία που υποστηρίζει τα συμφέροντα των δυνατών, αυτών που δεν ανήκεις αλλά τους κοιτάς με το στόμα ανοιχτό, όχι γιατί εντυπωσιάστηκες, αλλά περιμένεις μπας και πέσει τίποτα να τσιμπήσεις κι εσύ. Πέραν όλων των άλλων, εσύ έχεις τα δικά σου να σκεφθείς. Το μεγάλο σκουρόχρωμο αυτοκίνητο με τις 120 δόσεις, τη βίλα στο χωριό που σφύζει από τα γειτονικά εργοστάσια με 360 δόσεις, τη ζωή σου που άχαρα κυλά και δεν τη γεύεσαι ούτε με τις λιγότερες δυνατές δόσεις, μόνο μετρώντας τα έξοδα αναθεώρησής της!

«Έρημοι άνθρωποι μέσα στο κρύο»…

snow-princess-book-and-print_src_1.jpg Δεν αντέχω άλλο, τους βλέπω όλους τριγύρω μου, κοιτάνε, σκουντάνε, προσπερνάνε, βρίζουνε και πάνε, ο καθένας τον δρόμο του, ο καθένας τον πόνο του, αμίλητοι, ακούνητοι, αναίσθητοι, προσπερνάνε τον ίδιο τους τον εαυτό. Τσαλαπατάνε τα δικά τους ασπρόμαυρα όνειρα στην σύγχρονη τρισδιάστατη εποχή…

Είμαι ένα κομμάτι σας, καθόλου καλύτερος, πετάω σκουπίδια στον απεριποίητο κηπάκο της διπλανής πολυκατοικίας, σπρώχνω τους κάδους μακριά από την δικιά μας είσοδο, θέλω να παρκάρω ακριβώς μπροστά το αυτοκίνητο, δεν θα σε αφήσω να περάσεις το δρόμο πριν από εμένα, δεν θα σου ‘γειά’ εάν δεν μου πεις εσύ. Έπαψα να προσεύχομαι για σένα… Κι όμως σε ξέρω χρόνια. Μαζί παίζαμε στην πλατεία όταν ακόμα ήταν στη διαχείριση του Στρατού και μέσα είχε δέντρα, τσουλήθρα, τρύπες γεμάτες με κομμένα χόρτα που πέφταμε μέσα και χανόμασταν, από τα μάτια των μανάδων μας, από τον κόσμο όλο. Τι άλλαξε? Εγώ κι εσύ. Τώρα έχουμε δουλειά, καθόλου χρόνο για να διαβάσουμε κάποιο βιβλίο, ξεχάσαμε να γράφουμε γράμματα, τηλεόραση είναι το ανοιχτό μας βιβλίο, internet και email λέμε ότι είναι η αλληλογραφία της γενιάς μας. Μία στοιβάδα ανθρώπων που τους έμαθαν να κυλάνε μαζί, να λένε παπαγαλία, να μην ρωτάν, να μην ερευνούν, να μεταφράζουν λόγια, να κατεβαίνουν ορμητικά ποτάμια για μία ψηφιακή φωτογραφία. Κι από το εικοσιτετράωρο να αφήνουν τριάντα λεπτά περισυλλογής και τύψεων, μετά από δουλειά, φαΐ, γυμναστήριο, αυτοκίνητο και τηλεόραση. Περισυλλογή σημαίνει να αισθάνομαι ότι είμαι καλύτερος από εσένα, αμείβομαι με περισσότερα, ξοδεύω περισσότερα, το έχω κάνει με περισσότερες, έχω πιο γρήγορο αμάξι για να επιταχύνω μέχρι το επόμενο μποτιλιάρισμα, είμαι ένας Έλληνας καλύτερος από τον Έλληνα που έχεις συνηθίσει. Αυτή είναι η αύρα μου, πλησίασε με!

Κανείς δεν βαριέται αυτήν την αέναη κίνηση. Τυφλωμένοι από την καριέρα στην σημερινή ηλιθιότητα όλοι κοιτάμε τα πόδια μας. Δεν υπάρχει χρόνος για ιστορία, ποίηση, κόμιξ, όλα είναι έτοιμα βαλμένα για να μην σκεφτόμαστε. Είναι προτιμότερο, εάν ήμουν διαφορετικός θα έπρεπε να είμαι και μόνος μου. Εάν ήμουν μόνος μου κανείς δεν θα το καταλάβαινε ότι είμαι διαφορετικός. Ποιος να κουράζεται τώρα, ποιος να σκέφτεται, ποιος να προσεύχεται…

«Έρημοι άνθρωπο μέσα στο κρύομιλούν στην Παναγία…» …πόσοι να ‘ναι άραγε αυτοί!(στίχοι του Μίλτου Σαχτούρη, «Έρημοι», 1962)

Ο μικροαστός είμαι ΕΓΩ!

14277-sad_butterfly.jpg Αυτό το φαινόμενο της πεταλούδας, δεν μπορεί είναι Ελληνικής επινόησης, Κινέζοι φταίνε για τους αθλητές μας, Αμερικάνοι φταίνε για τις εθνικές μας μειοδοσίες, Γάλλοι φταίνε που μας πήραν τις όμορφες, Ρώσοι φταίνε που ακριβαίνουν τα αγαθά.

Εκείνη η πεταλούδα φταίει που κούνησε τα φτερά της στο Hyde Park του Λονδίνου κι εχθές στο χωριό μου έβρεξε τρεισήμισι χιλιοστά περισσότερο από τον μέσο όρο της δεκαετίας. Άσε για το θερμότερο καλοκαίρι του αιώνα που έρχεται και την μεγαλύτερη ξηρασία της χιλιετίας που διανύουμε. Πόσο μεγάλη είναι ρε αδερφέ αυτή η πεταλούδα?…
Μήπως φταίει ο μικροαστισμός μας, αυτό το πράμα που μας το τραγουδούσε από το 1970 ο John Lennon : “As soon as you born they make you feel small, by giving you no time instead of it all”, αυτό μας κάνουν, να αισθάνεσαι μικρός, να μην ανοίγεις τα φτερά σου, δεν μπορείς να φτάσεις παραπέρα από την μετριότητα των διπλανών σου. Σχολείο, φροντιστήρια, μαθήματα, κηρύγματα, για να αγγίξεις τα τριάντα κι ελεύθερος και μόνος και να πληρώνεις σεμινάρια Δημιουργικής Σκέψης. Αυτής που σου σκότωναν τόσα χρόνια τώρα. “Till the pain is so big you feel nothing at all”, κι ο πόνος είναι η ζωή σου, δεν το παραδέχεσαι, δεν είσαι εσύ αυτός που αιμορραγεί, “A working class hero is something to be”, αυτό είσαι ένας μικροαστός, ο ήρωας του μικρόκοσμού σου. Τι κι αν είσαι μέσα στην γυάλα και χτυπάς τα τοιχώματα ξανά και ξανά και ξανά, είσαι κομμάτι του συνόλου, στειρωμένο για να μην δημιουργεί, δανεισμένο για να μην τολμά, με καριέρα για να μην κοιτά μακριά. They hurt you at home and they hit you at school”, δεν μιλάς, ούτε να ψιθυρίσεις δεν τολμάς, ο γείτονας χτυπάει την γυναίκα του, ο θείος βιάζει τα ανίψια του, ο απέναντι κλέβει στο σούπερ μάρκετ, δεν μιλάς, αποστρέφεις το βλέμμα σου και την σκέψη σου. Δεν θα σου συμβεί εσένα, ποτέ! Δεν έχεις ανάγκη συλλόγους να σε υπερασπιστούν, εσύ ψηφίζεις κυβέρνηση χρόνια τώρα! “They hate you if you are clever and they despise the fool, till you are so fucking crazy you can follow the rules” είναι εύκολο, όλοι κατηγοριοποιούμαστε, ίδια ποικιλία, ίδιο ράφι, ίδια τηλεοπτικά προγράμματα, ίδια γραμματοσειρά, ίδια ηλιθιότητα, , ίδια προσευχή, ίδιοι φόβοι, ίδια σκατά. Έγινες πια αυτό που σχεδίαζαν κι οι γονείς σου ονειρευόντουσαν : “A working class hero is something to be”, μόνο που δεν έχεις σημασία για κανέναν, ζεις ή είσαι νεκρός, απλά προσπάθησε να πουλάς το προϊόν και προς οποιονδήποτε Θεό μην φέρεις παιδιά στον κόσμο αυτό…

Εκείνη η πεταλούδα που λέγαμε στην αρχή, είναι απλά μία ονείρωξη της σημερινής εικονικής πραγματικότητας πού όλοι βιώνουμε κλεισμένοι σ’ ένα δωμάτιο γεμάτο επίπεδες οθόνες!


Εφηβική καθημερινότητα…


bored-ink1.jpg Είχα πει στη μαμά μου να με ξυπνήσει νωρίς, έπρεπε να κάνω επανάληψη την Ιστορία, το βράδυ δεν μπορούσα, φωνάζω δυνατά για να τα μάθω κι ενοχλώ τον μπαμπά στο υπνοδωμάτιο. Αν και αυτός με ενοχλεί όταν μου λέει πόσο κοστίζουν τα ιδιαίτερα για τα μαθήματα του σχολείου κάθε μήνα (€500). Τι να κάνω, ο κολλητός που αποφάσισε να πάει για μηχανικός αυτοκινήτων ο μπαμπάς μου τον λέει ΄χαμένο΄. Αυτός όμως ποτέ δεν χάνεται… έχει τρία χρόνια τώρα βγαίνει κάθε σαββατοκύριακο με την παρέα από το Γυμνάσιο, έχει και μια σχέση κάτι μήνες και παίζει ακόμα μπάσκετ στην ομάδα της πόλης.

Εγώ την έκτη μέρα της εβδομάδας κάνω φροντιστήριο στην μεγάλη πόλη, αρχιτεκτονικό σχέδιο (€150),έτσι όταν περάσω στο Πανεπιστήμιο θα είμαι έτοιμος. Το απόγευμα κάνω ξένες γλώσσες με την κυρία από τον έκτο όροφο (€100), πρέπει να γνωρίζω τουλάχιστον τέσσερις κι επειδή έχω πάρει τα πτυχία εδώ και χρόνια στις δύο προσπαθώ και άλλες δύο. Την έβδομη ημέρα, το πρωί η μαμά κι ο μπαμπάς πάνε στην εκκλησία να παρακαλέσουνε να περάσω με την πρώτη τον Ιούνιο τις εξετάσεις, η μαμά λυπάται που μπορεί να φύγω από το σπίτι, ο μπαμπάς αναρωτιέται πόσο θα κοστίζω από του χρόνου. Υπολογίζει ότι θα ξεμπερδέψει με τα λεφτά των μαθημάτων, τουλάχιστον για τα πρώτα έτη του πανεπιστημίου, αλλά θα έχει ενοίκιο, λογαριασμούς, μεταφορικά, έξοδα σπιτιού και άλλα. Μια φορά του είχα πει ότι καλύτερα να μαζεύαμε τόσα χρόνια αυτά τα λεφτά και να πήγαινα να γίνω γραφίστας στην Αγγλία, αλλά αυτός έγινε έξαλλος με είπε αχάριστο και με ρώτησε εάν είμαι ΄αδερφή΄. Η μαμά έβαλε τότε τα κλάματα που δεν έχουνε κάνει άλλο παιδί κι ο μπαμπάς μου υποσχέθηκε ότι αν τα καταφέρω και ανεβάσω τους βαθμούς μου στο δεύτερο εξάμηνο θα μου πάρει καινούργιο κινητό τηλέφωνο. Εγώ δεν μπορώ να ανεβάσω τους βαθμούς μου περισσότερο εάν η κάθε μέρα συνεχίσει να έχει 24 ώρες, του είπα. Μου απάντησε πως είμαι βλάκας και με ρώτησε εάν τον τελευταίο καιρό αισθάνομαι καλά. Τι να εννοούσε άραγε… Η μαμά ξεχάστηκε και με ξύπνησε μισή ώρα πριν το σχολείο. Αισθάνομαι χάλια, απροετοίμαστος, η μέρα δεν θα μου πάει καλά. Σκέφτομαι να φύγω μακριά, δεν μου αρέσει πως με κοιτάει ο μπαμπάς. Παλιότερα ο κολλητός μου είχε διαβάσει πως άμα πεθάνεις μπορεί να ξαναζήσεις με άλλη μορφή πάλι από την αρχή. Θέλω να αυτοκτονήσω, η ζωή μου δεν μου αρέσει. Βαρέθηκα να διαβάζω και να τρέχω από αίθουσα σε φροντιστήριο και ο μπαμπάς μου να ξοδεύει όλα τα λεφτά του. Είμαι 17 χρονών και τα μόνα όμορφα χρόνια ήταν πριν τις πρώτες τάξεις του δημοτικού σχολείου. Αλλά γαμώτο δεν τα θυμάμαι!Φοβάμαι ότι αν πεθάνω και ξαναγεννηθώ μπορεί να γίνω ο μπαμπάς μου κι έτσι καλύτερα να μείνω εδώ και να κάνω ότι θέλει αυτός μέχρι να κάνω κι εγώ ένα παιδί και τότε θα του δείξω αυτού πως είναι η ζωή…

11 Ιουλ 2008

«Γεγονότα υπό αίρεση»!

Ανήλιοι χώροι δεν μπορούν να θρέψουν επαναστάσεις, άνθρωποι ανήμποροι να εξοικονομήσουν το μεροκάματο δεν μπορούν να απεργήσουν, μουσική χωρίς στίχους δεν γίνεται εθνικός ύμνος. Μια γενιά που αυτοχαρακτηρίζεται από τα χρήματα που «αμείβεται» είναι αδύνατον να είναι ευχαριστημένη. Η ευτυχία δεν τους διδάχτηκε πως κατακτείται. Οι γονείς, στερημένοι και υπερδανεισμένοι είναι άχρηστοι να συμβουλέψουν. Πως περιμένεις να αλλάξει η ρότα σε ένα καράβι που έχει δωρεάν επιστήμονες για κωπηλάτες…

Μας μάθανε ότι είμαστε έθνος περήφανο, χώρα με αρχές, άντρες που δεν κλαίνε, δεν φοβούνται να δουλεύουν με τις ώρες κι ας χάνουμε έτσι τα καλύτερα χρόνια της ζωής μας, ζωής «δανεικιάς» μέσα σε «εικονικά» παράθυρα. Περηφάνια που ξεθυμαίνει με μερικές “ντοπέ” αθλητικές πρωτιές, με αμερικάνικα τραγουδάκια σε ετήσιους μουσικούς διαγωνισμούς, με εισαγόμενες ιδιωτικοποιήσεις εθνικών εταιρειών που εμείς ανδρώσαμε με υπέρογκα τέλη τις δεκαετίες των μονοπωλίων.

Κάποιες φορές μελαγχολώ με την ανύπαρκτη ανταποδοτικότητα όλων των φορέων που συναναστρέφομαι. Η παιδεία με δίδαξε να μαθαίνω το μάθημά μου απέξω κι ανακατωτά, η θρησκεία με κήρυξε να πιστεύω χωρίς να ερευνώ, η πολιτική με έκανε να ψηφίζω συνεχόμενες τετραετίες (ενίοτε και τριετίες) χωρίς να κρίνω, η δουλειά με ανάγκασε να θυσιάζομαι χωρίς να απαιτώ, να νομίζω ότι διασκεδάζω αλλά κατά βάθος να φοβάμαι να αλλάξω. Ένας αμνός αδύνατος στη σκέψη, με τα βιβλία χαμένα στα υπόγεια υποθηκευμένων σπιτιών των γονέων, να επισκέπτομαι τις εκκλησίες και να πληρώνω κι εκεί για τις μετάνοιες, να επισκέπτομαι πολιτικούς με ριγμένο το κεφάλι για να γίνω εργασιακός επαίτης, να ντρέπομαι να αγαπήσω γιατί κανείς δεν το έκανε για εμένα, δεν πρόλαβε, δεν ήθελε, δεν σκέφθηκε…

Η πορεία ήταν τέτοια που δεν σήκωνες κεφάλι, σχολείο και φροντιστήριο σε τράβηξαν από το παιχνίδι, σε κάνανε σαν το πολύχρωμο παραδεισένιο πουλί να αδυνατείς να ασκήσεις κριτική, να γίνεις δημιουργικός. Ενήλικος πια μεταμορφώθηκες σε καταναλωτή κι όταν απέκτησες τη δουλειά σου, ξόδεψες με κάρτες που θα πλήρωνες του χρόνου αυτά που αφόδευσες εχθές. Στο μεσοδιάστημα πλήρωσες για τα σεμινάρια καλών πωλήσεων, αυτοπεποίθησης, ανώδυνου κι ακριβού τοκετού, καλών γονέων με μόλις μισή ώρα καθημερινής συνύπαρξης με τα παιδιά, αδιαφορίας για τα προβλήματα συγγενών, γειτόνων, αλλοδαπών κι εξωγήινων.

Πόσα γλαφυρά «ζωγράφισε» τον μακρό-κόσμο μας ο Τάσος Λειβαδίτης 23 χρόνια νωρίτερα, «μικρά φτωχά αντικείμενα που ξοδεύτηκαν αλύπητα για τους άλλους κι ύστερα πήγαν να πεθάνουν στις γωνιές». Αυτό θα κάνουμε μέχρι το πρώτο μας έμφραγμα, θα καταναλώνουμε αυτά που δεν χρειαζόμαστε, θα ικανοποιούμε ανύπαρκτες ανάγκες, θα γυρνάμε την πλάτη σ’ αυτούς που μας φωνάζουν, θα γελάμε δυνατά για να καλύψουμε τις κραυγές απόγνωσης από τα πεινασμένα στόματα και πνεύματα, θα κοιτάζουμε το κενό όταν η τηλεόραση κλείσει απότομα. Ανίκανοι να αντιμετωπίσουμε την οποιαδήποτε διακοπή ρεύματος, θα πατάμε νωχελικά τα τηλεκοντρόλ και θα αναρωτιόμαστε εάν έπρεπε η ιστορία μας να έχει διαφορετική πλοκή. Όταν το λαμπάκι γίνει πράσινο και πάλι, η επανάστασή μας θα πνιγεί στη ζάχαρη του επίσημου εθνικού αναψυκτικού…

…«τελικά όλα περνάνε χωρίς να το καταλάβει κανείς σα να συνέβησαν κάπου αλλού ή σ΄ έναν άλλον, όμως κάθε φορά που βλέπω ένα φτυάρι καθώς φτιάχνουν το δρόμο σκέφτομαι ότι το παιδί που υπήρξα μένει άταφο ακόμα»… (Τάσος Λειβαδίτης : “Γεγονότα Υπό Αίρεσιν”, από την ποιητική συλλογή “Βιολέτες για μια εποχή”, Κέδρος, 1985).

26 Απρ 1976

no future!


Γυρίζω τις πλάτες μου στο μέλλον
στο μέλλον που φτιάχνετε όπως θέλετε
Αφού η ιστορία σάς ανήκει
σαρώστε το λοιπόν αν επιμένετε

Στ’ αυτιά μου δεν χωράνε υποσχέσεις
το έργο το έχω δει, μη με τρελαίνετε
Το πλοίο των ονείρων μου με πάει
σε κόσμους που εσείς δεν τους αντέχετε

Μένω μονάχος στο παρόν μου
να σώσω οτιδήποτε αν σώζεται
Κι ας έχω τις συνέπειες του νόμου
συνένοχο στο φόνο δεν θα μ’ έχετε

Γυρίζω τις πλάτες μου στο μέλλον
το κόλπο είναι στημένο και στα μέτρα σας
Ξεγράψτε με απ’ τα κατάστιχά σας
στο κόλπο σας δε μπαίνω και στα έργα σας

Γυρίζω τις πλάτες μου στο μέλλον
στο μέλλον που φτιάχνετε όπως θέλετε
Αφού η ιστορία σάς ανήκει
σαρώστε το λοιπόν αν επιμένετε
 
(Μουσική/Στίχοι: Τσακνής Διονύσης/Αδελφοί Κατσιμίχα)