Και συχνά σχεδίαζα ταξίδια στο άγνωστο ή ονειρευόμουν να ζήσω υπέροχα. Και στάθηκα πάντα ανυπεράσπιστος μπροστά στους άλλους. Αμάρτησα – ονειρεύτηκαπολύ και έτσι ξέχασα να ζήσω. Τώρα ανεβαίνω σε μιαν άμαξα απ’ αυτές που διασχίζουν τον ύπνο μου και δραπετεύω.
Ίσως η μεγάλη περιπέτεια μας περιμένει σε μια πάροδο που δεν της δώσαμεσημασία. Μόνο καμιά φορά μ’ ένα μυστικό που το ’χα μάθει από παιδί ξαναγυρίζω στον αληθινό κόσμο – αλλά εκεί κανείς δε με γνωρίζει – σαν τους θαυματοποιούς που όλη μέρα χάρισαν το όνειρο στα παιδιά και το βράδυ γυρίζουν στις σοφίτες τους πιο φτωχοί και από τους αγγέλους.