Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βιβλία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα βιβλία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

19 Ιουν 2024

Χέρστ 07769 - Ιστορία Μπαχ: για τίτλο βάλε τον ταχυδρομικό κώδικα (László Krasznahorkai)

Μια απεγνωσμένη προσπάθεια να ξεχωρίσει ανάμεσα από τόσα αναμασήματα νεο-ναζισμού, ξενο-φοβίας, λυκο-φοβίας και γενικά κοινωνικής κακομοιριάς μιας χώρας που αδυνατεί να βρει ταυτότητα μετά τους απανωτούς πολέμους και τον κατακερματισμό. Περιγραφές χωρίς σταματημό, χωρίς τελείες, χωρίς ουσιαστικά κεφάλαια, χωρίς κεφαλαία γράμματα, οι ώρες και τα λεπτά ενός γιγαντόσωμου ήρωα να υπερ-αναλύονται επιφανειακά και μετά δολοφονίες μέσα σε τρεις λέξεις. Ο Μπαχ προσπαθεί να δώσει ένα λυρικό τόνο, όμως η συλλογή άχρηστων χρησιμοποιημένων μπουκαλιών στα υπόγεια είναι πιο διαδεδομένη. Όσο αναφορά τις επιστολές και αναφορές στην πρώην καγκελάριο... καμιάς ουσίας προσθήκες. Ο τρόπος γραφής δεν δικαιολογεί τη θεματολογία, μερικές τελείως άσκοπες παρενθέσεις τύπου λύκων που τυφλώθηκαν με κόλλα στα βλέφαρά τους και ενός γύπα που κάνει επίθεση στο κεφάλι μιας δολοφόνου, είναι όχι οικολογικές ανησυχίες αλλά ηλιθιότητες. Όλα αυτά στη Θουριγγία, το κρατίδιο που λίγο μετά την ολοκλήρωση του βιβλίου εκεί που όλοι περίμεναν το σχηματισμό μιας κυβέρνησης μειοψηφίας με τα αριστερά κόμματα στις εκλογές του 2020, με δεδομένο όλα τα κόμματα στη μεταπολεμική Γερμανία ήταν κάθετα αντίθετα σε οποιαδήποτε συνεργασία με την Ακροδεξιά, προέκυψε ως πρωθυπουργός της Θουριγγίας ένας κατ’ όνομα φιλελεύθερος με την υποστήριξη της Κεντροδεξιάς και της Ακροδεξιάς. Έτσι πολλοί υπενθύμισαν το γεγονός πως το κόμμα του Χίτλερ μπήκε για πρώτη φορά στο κοινοβούλιο και ανέλαβε κυβερνητικά καθήκοντα στο ίδιο κρατίδιο και μετά πήραν το τσάι τους με δυο πτι φουρ λίγο πριν κλειδώσουν τρεις φορές τις πόρτες τους στις οχτώ παρά δέκα ακριβώς. 

...στο εξής κανείς δεν πρόκειται να αμφιβάλει ότι ο καταλληλότερος χειρισμός της καταστροφής είναι εξάπαντος αυτός, πρέπει ν' ακούσουν Μπαχ, και με προσοχή ιδιαίτερη, και όχι μόνο πρέπει ν' ακούσουν Μπαχ, αλλά θα πρέπει να εισαχθεί, με γενικευμένη ισχύ, σε κάθε τηλεόραση, σε κάθε ραδιόφωνο, σε κάθε σχολείο, σε όλα τα μεγάλα καταστήματα και αθλητικά κέντραα, σε όλα τα εργοστάσια, σε όλα τα τρένα και αεροπλάνα και λεωφορεία και πλοία, στην οθόνη κάθε κινητού και κάθε που υπολογιστή που ανοίγει θα πρέπει να παίζεται Μπαχ, ότι και να κάνουν τα δισεκατομμήρια των ανθρώπων, θα πρέπει ν' ακούνε πάντα τη μουσική του Μπαχ...

...ένιωθε ξένος ανάμεσά τους, φυσικά αυτό συνέβαινε ανέκαθεν, με τη διαφορά ότι τώρα τα πράγματα εξελίσσονταν όπως τα ήθελε εκείνος, τώρα έβλεπε καθαρά ότι ήταν πλασμένος γι' αυτό το περιβάλλον, και κεί, μέσα σ' αυτή την ξενότητα, περιφερότανμε άνεση, ανάμεσα στα δέντρα των δασών, στην εγγ΄θτητα των ασφαλτοστρωμένων δρόμων, αλλά ποτέ πολύ κοντά τους...

23 Απρ 2024

Οι Οχιές (Le Noed De Viperes) - Francois Mauriac, 1932

- Αλίμονο! δεν θα ήμουν ικανός να καταστραφώ! Δε θα κατάφερνα ποτέ να χάσω τα λεφτά μου! Ας ήταν δυνατό να μου τα βάλουν στον τάφο μου, να ξαναγυρίσω στη γη σφίγγοντας στην αγκαλιά μου αυτό το χρυσάφι, αυτά τα χαρτονομίσματα, αυτά τα χρεόγραφα! Ας μπορούσα να διαψεύσω αυτούς που κηρύττουν πως τ' αγαθά αυτού του κόσμου δε μας ακολουθούν και στο θάνατο!

- Όλα γίνονται χωρίς πολλού καυγάδες: ο φόβος μήπως χάσουν στη μοιρασιά, τους έκανε να φτάσουν ως το σημείο να μοιράζονται και τα τραπεζομάντιλα και σερβίτσια των γυαλικών. Θα προτιμούσαν να κόψουν στην μέση ένα χαλί, παρά να τ' αφήσουν σ' έναν μονάχα. Προτιμούν να ξεταιριαστούν όλα, παρά να πάρει ένας κάτι πιο πολύ απ' τον άλλο. Είναι αυτό που ονομάζουν πάθος για το δίκιο. Σ' όλη τους τη ζωή θα ντύνουν με όμορφα ονόματα τα πιο ταπεινά αισθήματα... 

- Στην πραγματικότητα, κανένας δεν περπατά χωρίς μάσκα, κανένας. Οι περισσότεροι προσποιούνται τους μεγάλους, τους ευγενείς. Χωρίς να το ξέρουν, αντιγράφουν μυθιστορηματικούς τύπους, ή άλλους. Οι καλοί το ξέρουν, που μισούνται και αλληλοπεριφρονούνται τόσο, γιατί βλέπονται. Ποτέ δε θα είχα τόσο περιφρονηθεί, αν δεν είχα τόσο δοθεί, τόσο απροσποίητος, τόσο γυμνός.

9 Ιουλ 2023

Ο Κύκλος - Dave Eggers (The Circle, 2013)

- Λοιπόν, λυπάμαι που θα σου το πω, αλλά δεν είσαι και πολύ ενδιαφέρουσα πια. Κάθεσαι σ' ένα γραφείο δώδεκα ώρες τη μέρα και μόνο που έχεις να προσφέρεις είναι κάτι νούμερα που ούτε θα υπάρχουν ούτε θα τα θυμάται κανείς σε μία βδομάδα. Δεν αφήνεις πίσω σου ίχνη της ύπαρξής σου. Ούτε καν ένα σημάδι.
- Άντε γαμήσου.
- Και το χειρότερο είναι ότι δεν κάνεις τίποτα ενδιαφέρον πια. Δεν βλέπεις τίποτα, δεν λες τίποτα. Το παράδοξο είναι ότι όλοι εσείς νομίζετε πως βρίσκεστε στο επίκεντρο των πάντων, και συνεπώς οι απόψεις σαν είναι πιο πολύτιμες, όμως εσείς οι ίδιοι είστε λιγότερο ζωντανοί. Στοιχηματίζω ότι εδώ και μήνες δεν έχεις κάνει τίποτα εκτός οθόνης.
- Είσαι μεγάλος γαμιόλης. Και δηλαδή εσύ έχεις ενδιαφέρον; Εσύ ο ηλίθιος; Εσύ το παιδί-θαύμα που συναρπάζει τους πάντες;
- Νομίζω ότι νομίζεις πως με το να κάθεσαι στο γραφείο σου, να κατσουφιάζεις και να χαμογελάς νιώθεις σαν να ζεις μια συναρπαστική ζωή. Σχολιάζεις πράγματα, αντί να τα κάνεις. Κοιτάς φωτογραφίες, πατάς ένα χαμόγελο και νομίζεις ότι πήγες κιόλας. Τι θα γινόταν αν πήγαινες πραγματικά; Συνειδητοποιείς πόσο απίστευτα βαρετή έχεις γίνει;

Εκεί τα ένιωθε όλα οικεία. Δεν υπήρχαν προστριβές. Δεν χρειαζόταν να δίνει εξηγήσεις για τον εαυτό της ή το μέλλον του κόσμου... Ούτως ή άλλως της φαινόταν ολοένα και πιο δύσκολο να βρίσκεται εκτός... Υπήρχαν άστεγοι, με τη συνακόλουθη και δυσάρεστη βρώμα τους, υπήρχαν μηχανές που δεν δούλευαν, πατώματα και καθίσματα που δεν είχαν καθαριστεί και παντού επικρατούσε το χάος ενός κόσμου χωρίς τάξη.

Έμενε ολομόναχος σ' ένα σπιτάκι στο πουθενά. Φυσικά και θα πάθαινε κατάθλιψη και θα έπαιρνε το δρόμο της τρέλας και της παράνοιας. Ο τύπος είχε ήδη χαθεί. Μόνος εκεί πάνω, μακριά από χιλιάδες, εκατομμύρια μάλλον, ανθρώπους, που θα τον βοηθούσαν με όποιο τρόπο μπορούσαν, αν το ήξεραν.

- Πιστεύεις λοιπόν πως πρέπει όλοι να εντοπίζονται, να παρακολουθούνται;
- Πιστεύω πως όλα και όλοι πρέπει να φαίνονται. Και για να φαίνονται, πρέπει να παρακολουθούνται. Αυτά τα δύο πάνε μαζί.
- Ποιος θέλει όμως να παρακολουθείται συνεχώς;
- Εγώ. Θέλω να φαίνομαι. Θέλω απόδειξη ότι υπήρξα.

21 Αυγ 2022

Αμέριμνη δυστυχία (A Sorrow Beyond Dreams) - Peter Handke [1972]

Σύντομο γράμμα για έναν μεγάλο αποχαιρετισμό -  Peter Handke (Αγρα, 1989)

"Η ύπαρξή μου όλη βουβή, έκθαμβη, αφουγκράζεται": στο παρελθόν οι άνθρωποι έτσι αντιμετώπιζαν τη φύση. 

Ποτέ δεν την πλησίασα αυθόρμητα, από δική μου πρωτοβουλία. Τώρα συνειδητοποιώ ότι αυτή μου η ντροπαλότητα, την οποία πάντα δικαιολογούσα επειδή πίστευα ότι κατά κάποιο τρόπο με προστάτευε απ' το να δέχομαι τα πάντα, δεν είναι παρά μια μορφή δειλίας, ιδιαίτερα όταν επηρεάζει και καθορίζει τη συναισθηματική μου ζωή.


Αμέριμνη δυστυχία (Wunschloses Unglueck) - Peter Handke (Νεφέλη, 1983)

Το κοινωνικό σύστημα υπό μορφήν κλίμακας: "Αυτοκράτωρ-βασιλεύς-αριστοκράτης/ αστός-γεωργός-υφαντής/ μαραγκός-ζητιάνος-νεκροθάφτης": ένα παιχνίδι που στο κάτω κάτω μόνο στις πολύτεκνες οικογένειες των γεωργών, μαραγκών και υφαντών ήταν δυνατό να παίζεται πιστά και ολοκληρωμένα.

Ο ρυθμός, ως λειτουργικό μέρος, έγινε θέμα ζωτικό. "Το κοινό συμφέρον προέχει του ιδιωτικού, η κοινή γνώμη προέχει της ιδιωτικής". Έτσι αισθανόσουν παντού σαν στο σπίτι σου, νοσταλγία δεν υπήρχε πια. 

Το να γεννηθείς γυναίκα κάτω απ' αυτές τις συνθήκες ήταν ευθύς εξαρχής η εις θάνατον καταδίκη. Θα μπορούσε όμως κανείς να το αποκαλέσει και: ουδεμία αγωνία δια το μέλλον. Στα πανηγύρια οι γύφτισσες διάβαζαν στα σοβαρά μόνο των αγοριών τη μοίρα απ' τις παλάμες τους. Για τις γυναίκες αυτό το μέλλον έτσι κι έτσι δεν ήταν παρά ένα ανέκδοτο. Καμία δυνατότητα - όλα προδιαγραμμένα: μικρά πειραγματάκιαα, κανένα χαχανισματάκι, η σύντομη αμηχανία, έπειτα για πρώτη φορά η ξένη φυσιογνωμία που με τ' αντίκρυσμά της άρχιζε κιόλα η πρώτη κατάρρευση, τα πρώτα παιδιά, λίγο παρακάθι ακόμη μετά απ' το συγύρισμα της κουζινας, ευθύς εξαρχής το "δε μας παρατάς κι εσύ, λέω γω", η συνήθεια να μη δίνει ούτε κι η ίδιαπια αφτί, οι μονόλογοι, έπειτα οι δυσκολίες με την ορθοστασία, οι κιρσοί, μετά μόνο το μουρμουρητό στον ύπνο, ο καρκίνος της μήτρας και τελικά ο θάνατος, έτσι για να εκπληρωθεί το μοιραίο. 

"Δεν ντρέπεσαι" ή "ντροπή σου" ήταν κιόλας για το μικρό παιδί και προπαντός για το νεαρό κορίτσι ο κανόνας, που μ' αυτόν καθοδηγούσαν διαρκώς οι άλλοι. Τώρα σημείωνε πως ο τρόπος ζωής των άλλων, έτσι καθώς απέκλειε κάθε δεύτερη δυνατότητα, εμφανιζόταν πια σαν παντοδύναμο περιεχόμενο ζωής. 

Πιστοποιητικά απορίας που χρειάζονταν, χρόνος μπαίνει χρόνος βγαίνει, για το γιο που στο μεταξύ σπούδαζε - αιτήσεις για επίδομα ασθενείας, για επίδομα τέκνων, για έκπτωση στους εκκλησιαστικούς φόρους, τα περισσότερα κατ' ευαρέσκειαν - αλλά ακόμη και εκείνα που τα δικαιούνταν κανείς εκ του νόμου έπρεπε να τα τεκμηριώσε με τέτοια ακρίβεια, ώστε εκείνο το "εγκρίνεται" που περίμενες το θεωρούσες απονομή χάρητος, και ευγνωμονούσες. 

Γνωστά πράγματα. Δεν αποδείχνουν τίποτα: κάθε αποδειχτική δύναμη τους είχε αφαιρεθεί με τον τρόπο σκέψης: πλεονέκτημα-μειονέκτημα, τη φοβερότερη απ' όλες τις αρχές της ζωής. "Ε, και τι να γίνει, όλα έχουν τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματά τους" και 'οπ, έγινε κιόλας το απαράδεκτο παραδεκτό - σαν μεινότημα, που δεν είναι παρά η αναγκαία ιδιότητα εκείνουν του πλεονεκτήματος. 

Η φαντασία πλάθετσι ακριβώς αυτή τη στιγμή και ξαφνικά παρατηρεί πως δεν έχει τίποτε πια να φανταστείς. Κάποτε θα γράψω για όλα αυτά με περισσότερη ακρίβεια.

17 Αυγ 2022

Η ώρα της αληθινής αίσθησης (A Moment of True Feeling) - Peter Handke [1975]

Όταν σηκώθηκε όρθιος, αισθάνθηκε το μυαλό του να παγώνει σιγα σιγά. Από σήμερα λοιπόν, συλλογίστηκε, ζω μια διπλή ζωή. Όχι, ούτε καν ζωή: ούτε τη συνιθησμένη αλλά ούτε και καμιά καινούρια - γιατί έτσι κι αλλιώς, η συνηθισμένη θα είναι προσποιητή και ηκαινούρια θα πρέπει να ξοδευτεί μέσα στην προσποίηση της συνηθισμένης. Αισθάνομαι ότι δεν ανήκω πλέον εδώ, αλλά δεν μπορώ να φανταστώ ότι ανήκω κάπου αλλού. Δεν μπορώ να φανταστώ ότι θα συνεχίσω να ζω όπως τώρα, αλλά ούτε να ζω όπως έζησαν ή ζουν άλλοι άνθρωποι.

Ούτε μια ελεύθερη στιγμή και όλα ρυθμισμένα στην εντέλεια, μέχρι που θα σβήσω τα μεσάνυχτα το φως του πορτατίφ. Τουλάχιστον για σήμερα, κάθε λεπτό ήταν προγραμματισμένο - καμιά επικίνδυνη ή άσκοπη κίνηση. Οι ηδονές ενός πλήρους προγράμματος! Και πράγματι αισθανόταν με ηδονική ευχαρίστηση την προστασία που του παρείχε αυτή η σκέψη. 

Κάπως κύλησε το χρόνος. Όταν έβλεπε ανθρώπους μεγαλύτερους απ' αυτόν, είχε την εντύπωση πως είχαν φάει τα ψωμιά τους. Δεν μπορούσε απλώς να καταλάβει γιατί δεν είχαν εξαφανιστεί. Ξεπερνούσε τα όρια της σκέψης του το γεγονός ότι είχαν επιβιώσει και ότι μάλιστα εξακολουθούσαν να είναι δραστήριοι. Θα υπήρχε ίσως κάποιο κόλπο στη μέση - η ρουτίνα και μόνο δεν αρκούσε σ' αυτή τη περίπτωση.

Κι εγώ χρειάζομαι μια "προκαθορισμένη σειρά", σκέφτηκε... - Όμως για μια προκαθορισμένη σειρά ήταν αναγκαίο κατ' αρχάς κάποιο σύστημα. - Όμως γι' αυτόν δεν υπήρχαν πλέον συστήματα. - Τότε γιατί χρειαζόταν μια προκαθορισμένη σειρά; - Για να μπορεί να καμουφλάρει την απουσία κάθε συστήματος. - Μου έρχεται στο μυαλό ό,τι δεν μπορώ να χρησιμοποιήσω, σκέφτηκε.

Ποιμενικη Συμφωνια (La Symphonie Pastorale) - André Gide [1919]

"αυτός που είναι πιστός στα μικρά πράγματαα, θα είναι το ίδιο και στα μεγάλα" ...μα, όπως γίνεται τις πιο πολλές φορές, το φανταστικό παράπονο οδήγησε στη συγκεκριμένη κατηγορία: Αχ! πόσο όμορφη θα 'ταν η ζωή και πόσο υποφερτή η δυστυχία μας, αν αρκούμασταν μόνο στα πραγματικά κακά, χωρίς να δίνουμε σημασία στα φαντάσματα και στα τέρατα του μυαλού μας.

Ένιωθα έτσι σε ποιό σημείο δυο πλάσματα που τέλοσπάντως μοιράζονται τη ζωή τους, και που αγαπιούνται, μπορούν να μείνουν (ή να γίνουν) το ένα για το άλλο ανινιγματικά και κλειστά. Τα λόγια, σ' αυτή την περίπτωση, είτε αυτά που εμείς απευθύνουμε στον άλλον, είτε αυτά που ο άλλος μας απευθύνει, ηχούν θλιβερά σαν δοκιμαστικές βολίδες για να μας πληροφορήσουν για την αντοχή αυτού του τείχους που μας χωρίζει και που κινδυνεύει να γίνεται όλο και πιο στέρεο.

Βέβαια, σκεφτόμουν (το θυμάμαι), εκείνει δείχνει πιο φιλόστοργη σήμερα, απ' τα μεγαλύτερα αδέλφια της. Μα το καθένα τους, σ' αυτή την ηλικία, δε με είχε ξεγελάσει στην αρχή; Ακόμα κι ο μεγάλος μου, τόσο απόμακρος σήμερα, τόσο επιφυλαχτικός... Θαρρείς πως είναι τρυφερά, μα είναι γαλίφικα και χαδιάρικα. 

3 Αυγ 2022

Όλο το Φως που δεν Μπορούμε να Δούμε - Άντονυ Ντορ

 All the Light We Cannot See - Anthony Doerr (2014)
...της μοιάζει σχεδόν με παιδί, μοναστικός στην ολιγάρκεια των αναγκών του και απολύτως ανεξάρτητος από οποιαδήποτε εγκόσμια υποχρέωση. 

...εκείνη τη στιγμή σκέφτεται πόσο καταπληκτικά μάταιο είναι να χτίζεις πολυτελή κτίρια, να γράφεις μουσική, να τραγουδάς τραγούδια, να τυπώνεις τεράστια βιβλία γεμάτα πολύχρωμα πουλιά μπροστά στη σεισμική, σαρωτική αδιαφορία του κόσμου - τι φιλοδοξίες που έχουν οι άνθρωποι! Γιατί να μπεις στον κόπο να γράψεις μουσική αφού η σιωπή και ο αέρας είναι μεγαλύτερα; Γιατί να ανάψεις λάμπες αφού αναπόφευκτα θα τις σβήσει το σκοτάδι; Όπερες! Πόλεις στο φεγγάρι! Είναι γελοίο. Το καλύτερο που έχουν να κάνουν είναι να ξαπλώσουν στα πεζοδρόμια και να περιμένουν τα παιδιά που γυρίζουν την πόλη σέρνοντας τα έλκυθρα με τα στοιβαγμένα πτώματα. 

- Ξυπνάω και ζω τη ζωή μου. Κι εσύ το ίδιο να κάνεις. - Όχι, πολλά χρόνια τώρα. Αλλά σήμερα, σήμερα ίσως.

...σε όλη του τη ζωή οι δάσκαλοι στη σχολή, στο ραδιόφωνο, οι αρχηγοί του μιλούσαν για το μέλλον. Αλλά τι μέλλον του μένει; Ο δρόμος μπροστά του είναι άδηλος και οι γραμμές των σκέψεών του στρέφονται όλες προς τα μέσα...

6 Δεκ 2020

Cecilia Eudave - Μικροκαταρρεύσεις, εικοσιένα σύντομα κείμενα ασυνήθους ή φανταστικής φύσεως

Στην αρχή τ' όνομα σου είναι άγνωστο. Καλό αυτό; Αναλόγως τον χαρακτήρα που έχεις διαμορφώσει και τις αντοχές για νέες εξερευνήσεις και λογοτεχνικές ανακαλύψεις. Εμένα μ' εξιτάρει μια νέα γραφή, νέες λέξεις, περίεργα σχέδια κι αναλόγως περίπλοκες μεταφραστικές ομαδικές προσπάθειες. Μ' αρέσει να είναι προσεγμένη η έκδοση απ' όλες τις πλευρές που την αποτελούν, στα χρώματα του εξωφύλλου και στο χαρτί, στα εισαγωγικά κι επίμετρα αλλά μέχρι και στον κολοφώνα. Έτσι αν "είστε ξύπνιος" θα καταλάβετε ότι είναι προς τιμήν σας που κάποιοι ξύπνησαν νωρίτερα κι έκαναν ότι μπορούσαν.

Απλά τα πράγματα για την αφορμή της δημιουργίας για τη Σεσίλια Εουδάβε (Cecilia Eudave, γεννημένη στη Guadalajara του Μεξικού στις 11 Απριλίου 1968). Η συγγραφέας πνιγόταν στη δουλειά και κατόπιν συμβουλής ξεκινά να γράφει ένα μικρό κείμενο στο τελείωμα κάθε μέρας για να συνεχίσει ν' αναπνέει και να  μην καταρρεύσει. Έτσι γεμίζουν οι λιγοστές σελίδες της καλαίσθητης έκδοσης στα τέλη του 2019 από τις Εκδόσεις Οκτάνα από τη Θεσσαλονίκη.

Λίγες λέξεις που περιγράφουν πολλές ιδέες. Φανταστικές ιστορίες αντικαθιστούν την γκρίζα καθημερινότητα όπου αντικείμενα σκέφτονται κι ενεργούν ή δέντρα παραμερίζουν τη λογική και πλάθουν τη ζωή. Αυτές οι μικρο-ιστορίες έχουν απ' όλα. Κάποιες ίσως θεωρηθούν απλά σχέδια μιας δύσκολης μέρας που είχε ξεζουμίσει τη συγγραφέα. Άλλες είναι μεστές κι έτοιμες για να αφήσουν χώρο στο μυαλό σου να περιπλανηθεί σε μικρούς λαβυρίνθους. Μερικές δεν χρειάζονται περισσότερη έκταση κι ολοκληρώνονται στις επαρκείς σειρές τους. Οι άυλες πραγματικότητες, γεμάτες προειδοποιήσεις κι αποφθέγματα, με την διακριτική απογοήτευση των πραγμάτων περί κάθε λογής ασυνήθους ή φανταστικής φύσεως!

 

Η μεξικανή συγγραφέας και πανεπιστημιακός έχει εκδώσει τρία μυθιστορήματα και αρκετές συλλογές σύντομων διηγημάτων. Σε αυτά τα μικρά εικοσιένα κείμενα ταλαντεύεται μεταξύ της ασυνήθους πεζογραφίας και του φανταστικού. Είναι κάτι σαν οι προσωπικές της ασκήσεις ενδυνάμωσης χαρακτήρων μέσα στο μικρότερο δυνατό χρόνο. Χωρισμένες σε ενότητες και διανθισμένες με σχέδια της Εύης Τσακνιά οι Μικροκαταρρεύσεις στέκονται αγέρωχα πίσω απ' τα μάτια του αναγνώστη και χλευάζουν τον όγκο λέξεων, σελίδων και προσπαθειών της κάθε βιβλιοθήκης. Γιατί έτσι ακριβώς δημιουργήθηκαν. Ως σύντροφοι της ευάλωτης ανθρώπινης στιγμής, της παράδοξης και σύντομης ώρας που η μέρα φεύγει ξωπίσω και το πνεύμα απομυζά τις τελευταίες στιγμές σωφροσύνης και ονειρικής διαύγειας πριν παραδοθεί στη λήθη της νυχτός.   

Περισσότερα εδώ.

Peter May - Lockdown, μια αστυνομική νουάρ ιστορία στην εποχή του εγκλεισμού

Την άνοιξη του 2020 ο Σκωτσέζος Peter May είναι κλεισμένος μέσα στο σπίτι του στη Γαλλία καθώς ένας νέος κορονοϊός σαρώνει ολόκληρο τον κόσμο. Η κοινωνία αλλάζει με γοργούς ρυθμούς, σχεδόν καταρρέει, ενώ ο συγγραφέας ανασύρει το βιβλίο - θρίλερ "Lockdown" που είχε ολοκληρώσει το 2005 και δεν είχε καταφέρει να εκδώσει νωρίτερα. Τότε θεωρήθηκε μη ρεαλιστικό και δεν του δόθηκε η δυνατότητα κυκλοφορίας για μιάμιση δεκαετία. Μέχρι που τα γεγονότα του πραγματικού Lockdown φέρνουν το μυθοπλαστικό πλαίσιο να είναι πιο επίκαιρο από ποτέ.

Μια αστυνομική υπόθεση εξιστορεί πόσο χειρότερα θα μπορούσαν να είναι τα πράγματα και ο αναγνώστης συμμετέχει σε ένα νουάρ μυθιστόρημα που εξελίσσεται σε κατάσταση εγκλεισμού μια μητρόπολης (Λονδίνο). Το σύστημα υγείας συντρίβεται από τα υψηλότατα ποσοστά διασποράς και θνησιμότητας. Οι περιγραφές είναι ακριβείς και σοκαριστικές και η πραγματικότητα αντιγράφει τη φαντασία στο ζοφερό μέλλον που είναι πλέον παρόν.

Με κατεπείγοντα νόμο ένα μικροσκοπικό πάρκο, όαση αστικού πρασίνου ανάμεσα στον αστικό όγκο, μετατρέπεται σε εργοτάξιο. Εκεί με καθημερινές βάρδιες δεκαοχτώ ωρών οι εργάτες πυρετωδώς ετοιμάζουν τις βοηθητικές πτέρυγες του γειτονικού νοσοκομείου. Ώσπου σ' ένα λάκκο τριών μέτρων που ετοιμάζονται να γεμίσου τσιμέντο ο επιστάτης εντοπίζει ένα σάκο με ανθρώπινα οστά. Ένας αστυνομικός απ' τη Σκωτία που μένει σε εργατική συνοικία και ονειρεύεται ποιοτικό χρόνο με τον γιο του και μια καθηλωμένη σε αναπηρικό καροτσάκι Ασιάτισσα εγκληματολόγος προσπαθούν να φτιάξουν το παζλ κρατώντας τις αποστάσεις σε μια πόλη που χτυπιέται αδυσώπητα και μειώνεται δραστικά ο πληθυσμός της.

Αυτή η παράξενη απροσεξία της απόδειξης ενός ακραίου εγκλήματος και μιας συνωμοσίας, συμβαίνει τη στιγμή που η κοινωνία καταρρέει και χιλιάδες νεκροί κάτοικοι της πρωτεύουσας καίγονται στο παλιό εργοστάσιο παραγωγής ρεύματος. Η πόλη βρίσκεται σε lockdown και η πανδημία δείχνει το χειρότερό της πρόσωπο. Οι φαρμακοβιομηχανίες μάχονται για την επικράτηση εμβολίου κατά της γρίπης των πτηνών που έχει περάσει στους ανθρώπους. Σ' αυτούς τους άδειους δρόμους, με την απαγόρευση βραδινής κυκλοφορίας και την έλλειψη νέων τραγουδιών εδώ και δυο μήνες, ο αστυνομικός ξεδιαλύνει το κουβάρι του μυστηρίου. 

Η αστυνομική ιστορία στη σύγχρονη εποχή του εγκλεισμού του συγγραφέα Peter May δεν είναι απλά προφητικά τρομακτική. Μια υπόθεση ανθρωποκτονίας στο αποκλεισμένο Λονδίνο και στους δρόμους του όπου στα σημαντικότερα τουριστικά αξιοθέατα περιπλανιέται το αναγνωστικό κοινό σαν άλλοι παρίες και σύγχρονοι λεπροί. Ένα καθηλωτικό θρίλερ που αγγίζει τις συνθήκες του σημερινού Lockdown. Με πρωταγωνιστή έναν αστυνομικό που χάνει οικογένεια και καριέρα, ενώ προσπαθεί να προλάβει αδίστακτους δολοφόνους και να ταυτοποιήσει τον εγκληματία που κινεί τα νήματα. 

Διορατικός ο συγγραφέας αφήνει τους ήρωες του να περιδιαβαίνουν σε δρόμους που ελέγχει ο στρατός και η αστυνομία, να βρίσκουν παράνομη διασκέδαση σε υπόγεια μπαρ του Σόχο, να φοράνε συνέχεια υφασμάτινες μάσκες και το οποιοδήποτε απλό φτέρνισμα να προκαλεί πανικό. Ακόμα και η τέχνη έχει φτάσει σε προκλητικό κι ακραίο σημείο για να γίνει αποδεκτή, ενώ το εμπόριο ανθρώπων και το δράμα της διπλανής πόρτας δεν είναι αρκετά να συγκινήσουν κανένα κάτω από τέτοιες κοινωνικές συνθήκες. Τελικά το ερώτημα που τίθεται κάποια στιγμή στην αστυνομική νουάρ ιστορία του Peter May "αν δεν ζούμε τη ζωή όταν μπορούμε, θα πεθάνουμε χωρίς να έχουμε ζήσει ποτέ" μένει ως αναπάντητος οιωνός. 

Περισσότερα εδώ.

5 Νοε 2020

Το (επίκαιρο) προσωπείο του Κόκκινου Θανάτου


Αυθαιρετώ... αναδεύω τις σελίδες του χρόνου και εξιστορώ όνειρα άλλων στις εποχές που επιλέγω εγώ. Καταγράφω τη στιγμή αυτή, όπου οι άρχοντες κρύβονται στα τεράστια σπιτικά τους. Ολοκληρωμένα στις εποχές των Ολυμπιακών Αγώνων, του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος Ποδοσφαίρου και του Ευρωπαϊκού Διαγωνισμού Τραγουδιού. Εκεί, ανάμεσα στις εθνικές πρωτιές, πήρανε τα δάνεια της εκατονταετηρίδας και ποτέ δεν γύρισαν πίσω στα κισσέ. Έφτιαξαν όμως παλάτια με αίθουσες πολλές. Η κάθε μια, όπως ορίζει το καταστατικό των πολλών αδήλωτων τετραγωνικών, άλλο χρώμα κι άλλη διακόσμηση. Παράλληλα η μια με την άλλη, όμως και σε επίπεδα πολλά, εκτείνονται γεμάτες τρόπαια καταναλωτισμού κι επιδεικτικού πλούτου. Τι κι αν απέξω ρακένδυτοι κι αλλόθρησκοι στριφογυρνούν σαν δερβίσηδες χωρίς φωτιά οι άνεργοι και δίχως επιδόματα πολίτες; Τίποτα δεν ξεπερνά τις αμπαρωμένες ψηλές πόρτες αν δεν έχεις το κατάλληλο τηλεκοντρόλ.

Σ' αυτόν τον κόσμο τον καλό φέτος χτύπησε παγκόσμιος λοιμός που έκλεισε τους προύχοντες μέσα στους δεκατέσσερις τοίχους τους. Έβαλαν το προσωπικό να ορκιστεί σιγή και καλή φύλαξη του πολύτιμου χώρου σε βάρος του φθηνού χρόνου τους. Αμπάρωσαν διόδους, παρήγγειλαν βαριές κουρτίνες σε επτά διαφορετικά χρώματα και τοποθέτησαν βιτρό διακοσμήσεις στα παράθυρα. Τίποτα δεν θα περνούσε μέσα χωρίς να εξεταστεί εξονυχιστικά, να θερμομετρηθεί και να καταθέσει λίγο σάλιο κι ούρα σε πλαστικά δοχεία που αφθονούσαν στον προθάλαμο. Φυσικά στο εσωτερικό των παλατιών θα επικρατούσε μια συνεχής γιορτή. Τα πάντα σε αφθονία εκτός απ' τις χαριτωμένες αρκούδες γιατί έτρωγαν τον αγλέορα κι εγκαταλείφθηκαν λίαν προσφάτως μαζί με τους πύθωνες και κάτι εξωτικά πουλιά που γέρασαν κι έχασαν το φτέρωμά τους. Όλα έτοιμα για να κρατήσουν μακριά τον ανοιξιάτικο ιό της γρίπης που τράβηξε πέρα απ' το καλοκαίρι.

Το ‘Προσωπείο του Κόκκινου Θανάτου’ διαβάστηκε πρώτη φορά πριν από 180 σχεδόν χρόνια στην αντίπερα τεράστια όχθη του ωκεανού, όταν εκτελούσε καθήκοντα προέδρου από συγκυρία ο John Tyler, πατέρας 15 παιδιών. Ο θανατηφόρος λοιμός μασκαρεύεται ως ο εαυτός του κι απρόσκλητος ανάμεσα στους ευγενείς καλεσμένους σκορπάει θάνατο παντού. Ο πρίγκιπας δεν απέφυγε τελικά το αναπόφευκτο και προσπάθησε μέχρι το τέλος να δείξει ότι δεν νικιέται από τον θάνατο, απομονωμένος εντός των πυλών του αβαείου. Οι πόρτες παραμείναν κλειστές όπως θέλησε αυτός αναμένοντας το τέλος του λοιμού. Ο ίδιος προηγήθηκε αυτού του τέλους. Πλήθος δημιουργών εμπνεύστηκε από το σύντομα διήγημα. Η ομήγυρη κάθε εποχής έβρισκε αυτές τις παροξυσμικές χίμαιρες ανεπίκαιρες ή ίσως περισσότερο επίκαιρες και πιο κοντά απ' τον επόμενο χτύπο του εβένινου ρολογιού, τα μεσάνυχτα...

15 Σεπ 2020

Αρχή δανεισμού βιβλίων (άσχετη ημερολογιακή εγγραφή) ή το Νορβηγικό Δάσος του Χαρούκι Μουρακάμι (μακριά απ' εμάς)

Cover of vinyl single by Beatles, not the book sleeve of Murakami!

Σκέψεις μετά την ανάγνωση του βιβλίου Νορβηγικό Δάσος (Norwegian Wood): Τεράστιο καλάθι κρατείς Γιώργο μου, ενώ το πουλάκι έχει πετάξει (αν υπήρχε ποτέ πουλάκι για να πετάξει).

...και για πρώτη φορά γράφομαι στη Δημοτική Δανειστική Βιβλιοθήκη της πόλης, είχε προηγηθεί μια μικρή περίοδος δύο ετών που πηγαινοερχόμουν στην αντίστοιχη, μικρότερη, των Σαράντα Εκκλησιών. Ο λόγος; Ένα δίτομο ογκώδης έργο που αδυνατώ να βρω μεταχειρισμένο ή σε κάποια λογική τιμή στις ηλεκτρονικές αγορές. Μαζί με την πλαστικοποιημένη κάρτα και το διπλό βιβλίο που από το 2016 είχε δανειστεί μία φορά κάποιος με ανανέωση το 2017 κι άλλη μια φορά κάποιος ή κάποια πριν δυο χρόνια, εκεί κοντά στο γράμμα Μ και στα γειτονικά ράφια με αυτό που γύρευα πιάνει το μάτι μου, δίνει εντολή ο εγκέφαλος και εκτελεί το χέρι μου (πρέπει να ήταν τ' αριστερό αν μπορώ τώρα να σχηματίσω στη θύμησή μου) τα δυο βιβλία του Ιάπωνα που μόλις την προηγούμενη εβδομάδα σκεφτόμουν και συζητούσα. Άτυχη σύμπτωση ν' αρχίζει απ' το ίδιο γράμμα κι αυτού το επίθετο τελικά.

Στο σπίτι αφήνω στην άκρη τον Κλόουν του Μπελ, αν κι ήταν ένα βιβλίο που με κέρδισε μετά από καιρό (μου λείπει πάλι η παλιά καλή εξάσκηση) και πάω σε ταυτόχρονη ροή το Νορβηγικό Δάσος. Δεν πέφτω στην εντυπωσιακή παγίδα της χρήσης του Μπιτλικού τραγουδιού. Ούτε στη συνεχή χρήση κι εναλλαγή τζαζ με Μπιτλς παράλληλα με σοφτ πορνό στο κρυμμένο με κάλυμμα γκρι εξώφυλλο των εκδόσεων Ωκεανίδα. Χρόνια τώρα ήξερα ότι αυτό το τόσο δήθεν γυαλιστερό γκρι (το γκρι θα 'ναι πάντα γκρι, όσες αποχρώσεις κι αν θες να του αποδώσεις) με τις παλ γραμματοσειρές φιλοξενεί ανούσια σύγχρονα άρλεκιν δήθεν χειραφετημένων αναγνωστριών και των ξυρισμένων wanna-be συντρόφων τους. Ένα τεράστιο τίποτα, αψυχολόγητα εκταμιευμένο στις προτιμήσεις και το ίδιο εκτεταμένο σε τετρακόσιες τόσες σελίδες... Το μάρκετινγκ εκτέλεσε σωστά τις μελετημένες κινήσεις, το είχε πετύχει με την Ιζαμπέλλα έξω και τη Μαντά μέσα, κυκλοφορεί εγχειρίδιο πια στις λέσχες ανάγνωσις (sic) συνταξιούχων κορασίδων (ξε-σικ)  και στα σεμινάρια δημιουργικής γραφής (emeto-stop): πως να κάνετε τον αναγνώστη να τελειώσει χωρίς να τον ακουμπήσετε, ή αλλιώς πως να ξεράσεις χωρίς δάχτυλο. 
(#mercymercyme που 'λεγε κι ο δολοφονημένος)