17 Ιαν 2009

“Γεγονότα υπό αίρεση”

Ανήλιοι χώροι δεν μπορούν να θρέψουν επαναστάσεις, άνθρωποι ανήμποροι να εξοικονομήσουν το μεροκάματο δεν μπορούν να απεργήσουν, μουσική χωρίς στίχους δεν γίνεται εθνικός ύμνος. Μια γενιά που αυτοχαρακτηρίζεται από τα χρήματα που «αμείβεται» είναι αδύνατον να είναι ευχαριστημένη. Η ευτυχία δεν τους διδάχτηκε πως κατακτείται. Οι γονείς, στερημένοι και υπερδανεισμένοι είναι άχρηστοι να συμβουλέψουν. Πως περιμένεις να αλλάξει η ρότα σε ένα καράβι που έχει δωρεάν επιστήμονες για κωπηλάτες…

Μας μάθανε ότι είμαστε έθνος περήφανο, χώρα με αρχές, άντρες που δεν κλαίνε, δεν φοβούνται να δουλεύουν με τις ώρες κι ας χάνουμε έτσι τα καλύτερα χρόνια της ζωής μας, ζωής «δανεικιάς» μέσα σε «εικονικά» παράθυρα… Περηφάνια που ξεθυμαίνει με μερικές “ντοπέ” αθλητικές πρωτιές, με αμερικάνικα τραγουδάκια σε ετήσιους μουσικούς διαγωνισμούς, με εισαγόμενες ιδιωτικοποιήσεις εθνικών εταιρειών που εμείς ανδρώσαμε με υπέρογκα τέλη τις δεκαετίες των μονοπωλίων.

Κάποιες φορές μελαγχολώ με την ανύπαρκτη ανταποδοτικότητα όλων των φορέων που συναναστρέφομαι. Η παιδεία με δίδαξε να μαθαίνω το μάθημά μου απέξω κι ανακατωτά, η θρησκεία με κήρυξε να πιστεύω χωρίς να ερευνώ, η πολιτική με έκανε να ψηφίζω συνεχόμενες τετραετίες (ενίοτε και τριετίες) χωρίς να κρίνω, η δουλειά με ανάγκασε να θυσιάζομαι χωρίς να απαιτώ, να νομίζω ότι διασκεδάζω αλλά κατά βάθος να φοβάμαι να αλλάξω. Ένας αμνός αδύνατος στη σκέψη, με τα βιβλία χαμένα στα υπόγεια υποθηκευμένων σπιτιών των γονέων, να επισκέπτομαι τις εκκλησίες και να πληρώνω κι εκεί για τις μετάνοιες, να επισκέπτομαι πολιτικούς με ριγμένο το κεφάλι για να γίνω εργασιακός επαίτης, να ντρέπομαι να αγαπήσω γιατί κανείς δεν το έκανε για εμένα, δεν πρόλαβε, δεν ήθελε, δεν σκέφθηκε…

Η πορεία ήταν τέτοια που δεν σήκωνες κεφάλι, σχολείο και φροντιστήριο σε τράβηξαν από το παιχνίδι, σε κάνανε σαν το πολύχρωμο παραδεισένιο πουλί να αδυνατείς να ασκήσεις κριτική, να γίνεις δημιουργικός. Ενήλικος πια μεταμορφώθηκες σε καταναλωτή κι όταν απέκτησες τη δουλειά σου, ξόδεψες με κάρτες που θα πλήρωνες του χρόνου αυτά που αφόδευσες εχθές. Στο μεσοδιάστημα πλήρωσες για τα σεμινάρια καλών πωλήσεων, αυτοπεποίθησης, ανώδυνου κι ακριβού τοκετού, καλών γονέων με μόλις μισή ώρα καθημερινής συνύπαρξης με τα παιδιά, αδιαφορίας για τα προβλήματα συγγενών, γειτόνων, αλλοδαπών κι εξωγήινων.

Πόσα γλαφυρά «ζωγράφισε» τον μακρό-κόσμο μας ο Τάσος Λειβαδίτης 23 χρόνια νωρίτερα, «μικρά φτωχά αντικείμενα που ξοδεύτηκαν αλύπητα για τους άλλους κι ύστερα πήγαν να πεθάνουν στις γωνιές». Αυτό θα κάνουμε μέχρι το πρώτο μας έμφραγμα, θα καταναλώνουμε αυτά που δεν χρειαζόμαστε, θα ικανοποιούμε ανύπαρκτες ανάγκες, θα γυρνάμε την πλάτη σ’ αυτούς που μας φωνάζουν, θα γελάμε δυνατά για να καλύψουμε τις κραυγές απόγνωσης από τα πεινασμένα στόματα και πνεύματα, θα κοιτάζουμε το κενό όταν η τηλεόραση κλείσει απότομα. Ανίκανοι να αντιμετωπίσουμε την οποιαδήποτε διακοπή ρεύματος, θα πατάμε νωχελικά τα τηλεκοντρόλ και θα αναρωτιόμαστε εάν έπρεπε η ιστορία μας να έχει διαφορετική πλοκή. Όταν το λαμπάκι γίνει πράσινο και πάλι, η επανάστασή μας θα πνιγεί στη ζάχαρη του επίσημου εθνικού αναψυκτικού……

«τελικά όλα περνάνε χωρίς να το καταλάβει κανείς σα να συνέβησαν κάπου αλλού ή σ΄ έναν άλλον, όμως κάθε φορά που βλέπω ένα φτυάρι καθώς φτιάχνουν το δρόμο σκέφτομαι ότι το παιδί που υπήρξα μένει άταφο ακόμα»…
(Τάσος Λειβαδίτης : “Γεγονότα Υπό Αίρεσιν”, από την ποιητική συλλογή “Βιολέτες για μια εποχή”, Κέδρος, 1985).