7 Αυγ 2008

Ανταποδοτική ζωή...

Ήρθε το πρωί ένα παιδί, θα 'τανε δεκαπέντε χρονών. Ζήτησε χρήματα από τον πατέρα του που έπινε τον καφέ του απέναντί μου. Εκείνος χωρίς να πάρει τα μάτια του από την αντρική του παρέα, του τα 'δωσε κι έκανε ένα νόημα. Αυτό το απαξιωτικό, ξέρετε εσείς, αυτό του οδηγού που έχει πάντα δίκιο, της μάνας που είναι πάντα κουρασμένη, του αφεντικού που παραλίγο δεν πιάνει τους στόχους, του εραστή που τα έκανε όλα καλύτερα, του γείτονα που αυτός δεν ξέρει τίποτα, της μάνας που αυτή τη φορά δεν είναι κουρασμένη και πάντα ξέρει, του μεγάλου παιδιού προς το μικρό, του μεγάλου ψαριού που τρώει το μικρότερο.
Σημασία δεν έδωσε, δεν τον κοίταξε καν στα μάτια. Αναρωτιέμαι εάν το παιδί ήξερε ότι ο μεσήλικας άντρας ήταν ο πατέρας του, φαντάζομαι ότι ανάλογο ερώτημα δεν πέρασε από τον καρβουνιασμένο εγκέφαλο του 'μπαμπά'. Τόσα χρόνια με μισθούς, δώρα, επιδόματα, μπόνους πωλήσεων, μπόνους παραγωγικότητας, μπόνους μη γονιμότητας. Όλα αυτά τα χρόνια το ίδιο παραμύθι. Αρκεί να μην μάθουμε ποτέ το τέλος. Κι έτσι κάθε μέρα είναι μία νέα μέρα, μία ίδια μέρα, μία μέρα γεμάτη στόχους, άλλων! Ανταποδοτική ζωή... Την ζεις μέχρι να τελειώσεις, κι όσο η σύνταξη ξεμακραίνει τόσο αναλώνεσαι σε κάνα ταξιδάκι, κάνα φαγάκι, κάνα οργιάκι... μέχρι που βρίσκεσαι μακριά, φαγωμένος κι από κάτω!

Φώναξε... σσσ! κανείς να μην ακούσει!
Άκουσε... σσσ! κανείς να μην καταλάβει!
ότι μπορείς εσύ να φωνάξεις, να ακουστείς,
να καταλάβεις ότι ο κόσμος γυρνάει,
όχι γύρω από τον εαυτό σου...
αλλά γυρνάει, κι έτσι θα συνεχίσει,
με ή χωρίς εσένα...
Δεν σε χρειάζεσαι.